Μετά την «εορτή» του πολυτεχνείου, μετράμε τις ζημιές που προκάλεσαν μερικά καλόπαιδα. Πάντα αυτή η γιορτή μετατρέπεται σε γιορτή για τους γνωστούς αγνώστους, που έρχονται στο τσακίρ κέφι και τα σπάνε.

Φυσικά τα σπασμένα τα πληρώνει ο Έλληνας φορολογούμενος, ο γνωστός και μη εξαιρεταίος εργαζόμενος στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Ο φορολογούμενος που πληρώνει άμεσους αλλά και έμμεσους φόρους όταν αγοράζει τα προς το ζην.

Από την άλλη, η ηλίθια Ελληνική πολιτεία, που έχοντας όλες τις δυνάμεις πληροφόρησης αλλά και καταστολής, αδυνατεί να πιάσει από το αυτί αυτά τα καλόπαιδα και να τα τραβήξει ένα χέρι ξύλο με βρεγμένη σανίδα, όπως τους χρειάζεται. Μετά να καλέσει τους γονείς τους να πληρώσουν το μάρμαρο, για να δούνε τι όμορφα που είναι.

Κάθε φορά, μα κάθε φορά τα ίδια και τα ίδια. Όποια κυβέρνηση κι αν είναι.

Τους δώσαμε και όνομα. Αντιεξουσιαστές. Τι σημαίνει αυτό? Καταστρέφω τη δημόσια ή την ιδιωτική περιουσία επειδή είμαι ενάντια στην εξουσία? Αυτό λέγεται βανδαλισμός.

Δεν υπάρχει πολιτικός βανδαλισμός. Είναι αλητεία, είναι εγκληματική αναίδεια.

Γι’ αυτά τα 100 – 150 καλόπαιδα επιστρατεύτηκαν 5,000 αστυνομικοί για να εξασφαλίσουν την τάξη. 5,000 μεροκάματα προστίθενται στα σπασμένα της ημέρας.

5,000 εκπαιδευμένοι, λέμε τώρα, αστυνομικοί δεν μπορούν να επιβάλλουν την τάξη.

Κανένας δεν ένοιωσε την απαιτούμενη ευθιξία να παραιτηθεί. Ούτε από την πολιτική αλλά και ούτε από τη φυσική ηγεσία. Είναι φαίνεται ικανοποιημένοι από την δουλειά  που επιτελούν. Ούτε θα βγουν από τη τσέπη τους τα σπασμένα.

Πάντως έτσι  για να καταλαβαίνουμε τι λέμε, αυτό δεν ονομάζεται δημοκρατία. Έχουμε χάσει το νόημα. Όλα όσα κάνουν είναι ποινικά κολάσιμα και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Σίγουρα δεν είναι πολιτικοί εκφραστές αλλά κοινοί εγκληματίες και πρέπει να πληρώσουν κάποια στιγμή.

Εκτός και αν ευσταθούν αυτά που γράφονται και λέγονται κατά καιρούς ότι η συγκεκριμένη ομάδα εξυπηρετεί την εξουσία και αποτελεί κομμάτι της.

Εγώ πάντως δεν δύναμαι ούτε να γνωρίζω, αλλά ούτε να υποστηρίξω κάτι τέτοιο.