400 χρόνια είναι πολύς καιρός. Έχουν αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια στο DNA του Έλληνα. 400 χρόνια σκλαβιάς έχουν αφήσει το αίσθημα του ραγιαδισμού χαραγμένο μέσα μας.

Ζούμε στη χώρα που νομίζουμε ότι έχουμε δημοκρατία. Στο όνομα της γίνονται τα χειρότερα εγκλήματα ενάντια στους Έλληνες.

Έχουμε 300 βολευτές, εκπροσώπους και καλά των πολιτών που το μόνο που μπορούν να αποφασίσουν, χωρίς την παρέμβαση των πραγματικών κυβερνητών, είναι η αύξηση των μισθών των.  Ο απλός Έλληνας πολίτης με τον ωχαδερφισμό και τον ραγιαδισμό που τον διακρίνει και απορροφημένος στα καθημερινά προβλήματα που τον ταλανίζουν, παρακολουθεί τα δήθεν ψευτοδιλήμματα που του θέτουν οι εθνοπατέρες και τάσσεται εκ δεξιών ή εξ αριστερών, νομίζοντας ότι μετέχει στα κοινά. Φροντίζουν με κάθε τρόπο να τον κοιμίζουν ακόμη περισσότερο ονομάζοντάς τον «κυρίαρχο» λαό που «αποφασίζει» με την «δύναμη» της ψήφου του.

Ο σύγχρονος εκφραστής της άμεσης δημοκρατίας, Ιωάννης Καποδίστριας δολοφονήθηκε γι’ αυτό ακριβώς το λόγο. Δυστυχώς η ιστορία μας δεν μας το διδάσκει στα σχολεία για να αποκρύψουν  την αλήθεια και να ζούμε κάτω από τη σκέπη μιας «δημοκρατίας» όπως την θέλουν και όπως τους βολεύει. Η Ελβετία δε που στην διαμόρφωση του πολιτικού της συστήματος έπαιξε σημαίνοντα ρόλο ο Καποδίστριας, ζει και βασιλεύει.

Σε ένα «κυρίαρχο» κράτος κάθισε να σκεφτεί κανένας γιατί ο εισπρακτικός μηχανισμός της εφορίας, δηλαδή του κράτους, ονομάζεται Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων? Λίγο έως πολύ γνωρίζουμε την Ελληνική γλώσσα. Τι σημαίνει ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ? Δεν είναι του Ελληνικού κράτους? Και αν δεν είναι, για ποιον δουλεύει αυτή η ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ. Και που πηγαίνουν τα χρήματα που εισπράττει. Και για πιο λόγο τα εισπράττει. Και ποιος ελέγχει αυτήν την αρχή αφού είναι ανεξάρτητη.

Αυτήν την ερώτηση να τη θέσετε σε οποιοδήποτε εθνοπατέρα γνωρίζετε, μιας και κάποια στιγμή θα μιλήσετε κατ’ ιδίαν προκειμένου να του ζητήσετε να «βολέψει» το παιδί σας στο δημόσιο που τόσο πολύ απεχθάνεστε.

Για επίλογο παραθέτω ένα ποίημα του Γεωργίου Σουρή διαχρονικότατο και αντιπροσωπευτικότατο του Έλληνα και του Ελληνικού κράτους.

 «Δυστυχία σου Ελλάς»

Ποιος είδε κράτος λιγοστό

σ’ όλη τη γη μοναδικό,

εκατό να εξοδεύει

και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,

νά ‘χει επτά Πρωθυπουργούς,

ταμείο δίχως χρήματα

και δόξης τόσα μνήματα;

Νά ‘χει κλητήρες για φρουρά

και να σε κλέβουν φανερά,

κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε

τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν

ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,

οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν

δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,

κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.

Κι από προσπάππου κι από παππού

συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-

να παριστάνει τον ευρωπαίο.

Στα δυό φορώντας τα πόδια που ‘χει

στο ‘να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,

ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.

Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,

λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ

το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».

Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς

σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

Δυστυχία σου, Ελλάς,

με τα τέκνα που γεννάς!

Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,

τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;